Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Ταξίδι μέσα στο βουνό - μέρος 1ο

To απρόσμενο και αποκαλυπτικό ταξίδι της Margaret Rustan στο εσωτερικό του Mt Shasta που φανερώνει με πειστικό τρόπο πόσα πράγματα δεν γνωρίζουμε, αλλά και πόσα άλλα θαυμαστά πρόκειται να ανακαλύψουμε στο μέλλον.

Μια μέρα, εμείς (ο σύζυγός μου, ο γιος του από τον πρώτο του γάμο, τα δυο μικρά μας παιδιά ηλικίας 2 και 4 ετών και η Σιαμέζα γάτα μου Πίξη) αποφασίσαμε να μετακομίσουμε από την έρημο που ζούσαμε πάνω στο βουνό Σάστα. Μια όμορφη μέρα βάλαμε τα υπάρχοντά μας σ’ ένα τρέιλερ και ξεκινήσαμε με το φορτηγάκι μας να συναντήσουμε το φίλο μας που είχε αναχωρήσει μια βδομάδα νωρίτερα με την οικογένειά του για το βουνό. Όταν φτάσαμε στο βουνό, αφήσαμε το τρέιλερ σε ένα μέρος και συνεχίσαμε με το φορτηγάκι το ανηφορικό μονοπάτι μέχρι να βρούμε ένα μέρος που θα μπορούσαμε να κατασκηνώσουμε και να περάσουμε τη νύχτα. Όταν φτάσαμε στο Panther Meadows νιώσαμε ότι ήταν το μέρος που θέλαμε.
Ενώ ξεφορτώναμε τα πράγματά μας, ανακάλυψα ότι η γάτα μου έλειπε. Αυτό με καταρράκωσε. Γυρίσαμε πίσω μήπως και είχε μείνει στο μέρος που αφήσαμε το τρέιλερ αλλά δεν την βρήκαμε. Την φώναξα, την ξαναφώναξα… μάταια.
Ξανά πίσω στο Panther Meadows για να ετοιμάσουμε τα του βραδινού ύπνου. Έκανε πολύ κρύο – ήταν άνοιξη στο βουνό – και ανάψαμε φωτιά για να ζεσταθούμε. Έβαλα τα αγόρια στο πίσω μέρος του φορτηγού, όπου είχαμε κατασκευάσει ένα χώρο με διπλά τοιχώματα για να μη μπαίνει το πολύ κρύο και ο άντρας μου έμεινε να κοιμηθεί μαζί τους. Εγώ κάθισα έξω δίπλα στη φωτιά για να την τροφοδοτώ με ξύλα και με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν η Πίξη. Γύρω από τη φωτιά έβλεπα να γυαλίζουν τα εξερευνητικά μάτια των νυχτόβιων ζώων… Ήταν μια όμορφη νύχτα γεμάτη μυστήριο που με ενέπνεε.
Το άλλο πρωί μπήκαμε στο φορτηγό και επισκεφτήκαμε το σπίτι του φίλου μας. Εκείνος μας πρότεινε να πάμε στο μικρό ξενοδοχείο-εστιατόριο της περιοχής και μας γνώρισε την ιδιοκτήτριά του, τη «Μητέρα Μαρία» όπως την αποκαλούσαν εξαιτίας της σοφίας της. Όταν η Μητέρα Μαρία έμαθε πως δεν είχαμε βρει ακόμα χώρο για να τακτοποιηθούμε, μας οδήγησε στον α’ όροφο του μικρού ξενοδοχείου και μας έδειξε μια σουίτα με δυο δωμάτια, την οποία πολύ εκτίμησα γιατί μπορέσαμε να πλυθούμε και να ζεσταθούμε. Μετά από λίγες μέρες βρήκαμε το σπίτι στο οποίο τελικά μείναμε.

Κάθε Σ/Κ αναχωρούσαμε για το Panther Meadows και κατασκηνώναμε εκεί. Πάντα είχα στο νου τη γάτα μου και την αναζητούσα στα γύρω μέρη. Ο σύζυγός μου με τα αγόρια έφευγαν για εξερεύνηση κι έμενα πολύ ώρα μόνη. Περιστασιακά, διάφοροι πεζοπόροι σταματούσαν στην κατασκήνωσή μας για συζήτηση κι ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ.
Κάποια Σ/Κ περπατούσαμε μέχρι το καταφύγιο και μέναμε εκεί τη νύχτα. Το καταφύγιο κάηκε μετά από κάμποσα χρόνια, κάποιοι μιλούσαν για εμπρησμό. Τέλος πάντων… εκεί βρίσκαμε καθαρό νερό και ηρεμία.
Μια Παρασκευή – ύστερα από 6 μήνες ήδη στο βουνό – ξεκινήσαμε και πάλι το συνηθισμένο μας δρομολόγιο προς το Panther Meadows. Ανάψαμε φωτιά, ετοιμάσαμε το φαγητό μας για το βράδυ και μετά ξαπλώσαμε και κοιτάζαμε τον ξάστερο ουρανό. Κοιμηθήκαμε στο ύπαιθρο μέσα στα sleeping bags αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ αρκετά, επειδή πρόσεχα τη φωτιά ώστε να έχουμε ζεστό νερό το πρωί. 
Την επομένη το πρωί φάγαμε ένα καλό πρωινό και μετά ο σύζυγός μου πήρε τα παιδιά κι έφυγαν για μιαν ακόμα εξερεύνηση του βουνού, ενώ εγώ έμεινα να καθαρίσω τα πιάτα, όταν πήρε το μάτι μου ένα νεαρό άνδρα – υπέθεσα ότι ήταν ένας ακόμα χίπη από τους εκατοντάδες που ανέβαιναν στο όρος Σάστα – να έρχεται προς το μέρος μου.
Ήταν λεπτός, ξανθός και φορούσε τζηνς και t-shirt. Δεν έφερε σακίδιο και σκέφτηκα ότι η σκηνή του θα βρισκόταν κάπου κοντά.
Καθώς πλησίαζε είδα πως είχε ένα προσεκτικά κουρεμένο μικρό μούσι. Σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά και με ρώτησε ευγενικά αν θα μπορούσε να έχει ένα φλιτζάνι από τον καφέ που του είχε ‘σπάσει τη μύτη’ όλο το πρωί! Χαμογέλασα και του πρόσφερα ένα φλιτζάνι. Καθίσαμε δίπλα στη φωτιά και μιλήσαμε λίγο για το βουνό, για τον καιρό και για την ομορφιά του νυχτερινού ουρανού όταν δεν είχε φεγγάρι επειδή τότε μπορούσες να θαυμάσεις το μεγαλείο του σύμπαντος!
Ένιωθα να με τραβάει αυτός ο άντρας, ένιωθα απόλυτα ασφαλής μαζί του, σαν να τον ήξερα χρόνια.
Φαινόταν να έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα και πεποιθήσεις. Μιλήσαμε για τον Παραμχάνσα Γιοκανάντα, για ανατολική φιλοσοφία, θεραπευτικό μαγνητισμό και χρώματα, για όνειρα στα οποία πετάγαμε, για την Ατλαντίδα, αλλά και για εξωγήινους.
Του μίλησα για τον George Van Tassel και το έργο του και με έκπληξη ανακάλυψα ότι τον γνώριζε. Του είπα ακόμη ότι ο Τζωρτζ με είχε ενημερώσει για την Λευκή Αδελφότητα του όρους Σάστα και πως είχε μεταφερθεί στο Περού επειδή εκεί το περιβάλλον ήταν πιο σταθερό. Χαμογέλασε και μου είπε πως τις είχε ακούσει αυτές τις ιστορίες. Μετά με ρώτησε αν ήθελα να πάω μέσα στο βουνό και να δω από μόνη μου τι βρισκόταν εκεί.
Σκέφτηκα ότι μάλλον με πείραζε κι έτσι είπα «βέβαια, το θέλω πολύ». Σηκωθήκαμε αμέσως και αρχίσαμε να περπατάμε. Είπε ότι η είσοδος δεν ήταν μακριά και πως σε λίγα λεπτά θα φτάναμε. Είχε δίκιο, περάσαμε μέσα από μερικά δέντρα και μετά από λίγα λεπτά βρεθήκαμε μπροστά από έναν παράξενο βράχο, περίπου 3.50 μέτρα ψηλό. Τα κλαδιά των δέντρων τον έκρυβαν εν μέρει και το έδαφος ήταν πολύ τραχύ κοντά του συγκριτικά με το μαλακό έδαφος της ευρύτερης περιοχής. Ο άνδρας προχώρησε μέχρι το βράχο και τον άγγιξε. Μια πόρτα άνοιξε τότε προς τα μέσα. Μου έγνεψε να τον ακολουθήσω μέσα από το πέρασμα και το ’κανα. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι δεν φοβήθηκα καθόλου, ούτε μου πέρασε από το νου η ιδέα να μην τον ακολουθήσω.
Mt Shasta και φακοειδή σύννεφα
Μέσα από την ανοιχτή πόρτα είδα 7 σκαλοπάτια που οδηγούσαν προς τα κάτω, προς ένα μικρό χώρο προσγείωσης. Προχωρήσαμε προς τα δεξιά. Μια ελαφριά μυρωδιά μούχλας αναδυόταν, όχι δυσάρεστη, αλλά που έδειχνε ότι βρισκόμασταν σε μια μη καλά αεριζόμενη περιοχή. Ήταν προφανές ότι βρισκόμασταν μέσα στο βουνό γιατί οι τοίχοι ήταν από πέτρα.
Φτάσαμε στο χώρο προσγείωσης και στάθηκα για να κοιτάξω λίγο τριγύρω. Το μεγάλο δωμάτιο λουζόταν από ένα μαλακό φως του οποίου την πηγή δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Δεν υπήρχαν λαμπτήρες ή άλλος έμμεσος φωτισμός.
Ο νεαρός άνδρας προχώρησε τότε μέχρι τον μακρινό τοίχο, τον άγγιξε και μια πόρτα άνοιξε. Η πόρτα δεν ήταν ορατή από το μέρος που στεκόμουν. Φαινόταν να είναι τόσο καλά καμουφλαρισμένη, ίδιας σύστασης με τον τοίχο, ώστε αν δεν γνώριζες πού ακριβώς ήταν, δεν είχες ιδέα ότι εκεί υπήρχε μια πόρτα.
Τον ακολούθησα μέσα από την πόρτα και βρέθηκα σε ένα πολύ μεγάλο, ψηλοτάβανο δωμάτιο από πέτρα. Ήταν κι αυτό πολύ καλά φωτισμένο, με φως που ερχόταν από μιαν απροσδιόριστη πηγή. Καθώς περπατούσαμε στην αίθουσα είδα ότι υπήρχαν αρκετές είσοδοι γύρω της που οδηγούσαν κάπου. Διασχίσαμε ένα διάδρομο που ξεκινούσε από την άλλη άκρη της αίθουσας και τελικά φτάσαμε σ’ ένα ακόμα φαρδύ δωμάτιο. Εκεί υπήρχαν έπιπλα και μεγάλες γυάλινες προθήκες. Με οδήγησε στις βιτρίνες αυτές και μου επεσήμανε να δω ορισμένα κομμάτια από πεπλατυσμένη πέτρα. Είδα ότι έφεραν ένα είδος εκτύπωσης αλλά δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τη γλώσσα. 
Γύρισα να τον ρωτήσω τι παρίσταναν οι πέτρες και πριν προλάβω να μιλήσω, χαμογέλασε και είπε: «Δεν έχεις καμία ανάμνηση τώρα, αλλά αυτές είναι οι ιερές πλάκες που εσύ και οι εργάτες σου βγάλατε με μυστικό τρόπο από την Ατλαντίδα, λίγο πριν τα νερά καταστρέψουν τη γη». Συνέχισε να μου εξηγεί ότι εμείς (δεν ήμουν σίγουρη ποιους εννοούσε με το «εμείς») την εποχή εκείνη είχαμε τοποθετήσει τις πλάκες σε μια σπηλιά και τις κρύψαμε. Καθώς μου αφηγείτο την ιστορία, εγώ μπορούσα να δω με το νου μου μια σειρά από μικρά σκάφη 2 ατόμων να κινούνται πολύ γρήγορα στα βαθιά νερά. Σταδιακά, καθώς πλησίαζαν σε μια σπηλιά επιβράδυναν και μετά τα είδα να βγαίνουν στην επιφάνεια του νερού. Η σπηλιά ήταν τεράστια.
Ενώ οι οδηγοί των μικρών σκαφών άνοιγαν τα οχήματά τους, ερχόντουσαν άλλοι που έπαιρναν βιαστικά τις πέτρινες πλάκες και εξαφανίζονταν βαθιά μέσα στο σπήλαιο. Στη συνέχεια τα μικρά πλοία απομακρύνονταν όπως είχαν έρθει. Σ’ εκείνο το σημείο ο οραματισμός μου σταμάτησε, αλλά είχα την αίσθηση ότι είχα βρεθεί εκεί. Χρειάστηκαν λίγα λεπτά για να μου φύγει το αίσθημα του άγχους που ένιωθα και συγχρόνως ο ενθουσιασμός που είχα βιώσει καθώς έβλεπα τα μικρά πλοία στο νερό. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση που οι πλάκες είχαν παραδοθεί και μπορούσα να ακούσω τις προσευχές ευχαριστίας που προσφέρονταν.
Μια σειρά πάγκων χωρίς πλάτη βρίσκονταν μπροστά από κάθε γυάλινη προθήκη. Είχα την ίδια αίσθηση όπως θα είχα και σε ένα μουσείο. Σε αυτό το σημείο συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα καν το όνομα του νέου άνδρα. Δεν μου είχε δώσει το όνομά του. Τον ρώτησα και είπε ότι θα μπορούσε να τον αποκαλώ Mikel. Ο Μικέλ μου έκανε νεύμα να τον ακολουθήσω και μπήκαμε σ’ ένα άλλο δωμάτιο. (Με την ευκαιρία, το δωμάτιο "μουσείο" και αυτό το δεύτερο δωμάτιο ήταν θα τα αποκαλούσα ως «αρκετά συνηθισμένα δωμάτια». Οι οροφές τους έφταναν περίπου 5 μέτρα ψηλά και αυτές μαζί με τους τοίχους ήταν καλυμμένες με κάποιο υλικό που φαινόταν σχεδόν μεταλλικό, εκτός από το γεγονός ότι δεν ένιωθα την ψυχρότητα που νιώθω όταν είμαι κοντά σε μέταλλο, αν αυτό έχει νόημα για σας). Τα δάπεδα ήταν πολύ απαλά, δεν έχω ιδέα με τι υλικό τα είχαν καλύψει και ήταν τόσο λαμπερά!
Αυτό το δεύτερο δωμάτιο περιείχε επτά μεγάλους, όρθιους κυλίνδρους. Πιθανώς 3.30μ. σε ύψος και 1.30μ. σε πλάτος. Και πάλι δεν ξέρω το υλικό από το οποίο είχαν κατασκευαστεί, έμοιαζε με γυαλί αλλά δεν νομίζω ότι ήταν. Οι κύλινδροι ήταν γεμάτοι από ένα υγρό που έμοιαζε να έχει ζελατινώδη συνεκτικότητα και καθένας είχε μια δέσμη φωτός που τον φώτιζε από πάνω. Η υγρή ουσία ήταν διαφορετικού χρώματος σε κάθε κύλινδρο. Τα χρώματα ταίριαζαν λίγο πολύ με τα χρώματα που έχουν οριστεί για τα επτά κύρια τσάκρας. 
Στην αίθουσα υπήρχε ένας αριθμός ατόμων (τόσο ανθρώπινοι όσο κι εγώ) που εργάζονταν γύρω από τους κυλίνδρους. Ο καθένας τοποθετούσε μικρά κομμάτια χαρτιού (τουλάχιστον με χαρτί έμοιαζαν) στους διάφορους χρωματιστούς κυλίνδρους. Κάθε χαρτί είχε κάτι γραμμένο επάνω του. Ο Μικέλ εξήγησε ότι εργάζονται για την επούλωση διαφόρων ατόμων και της Μητέρας Γης. Έγραφαν στο χαρτί το όνομα ή το μέρος που χρειαζόταν θεραπεία. Τα χαρτάκια απορροφούσαν το χρώμα του κυλίνδρου καθώς οι θεραπευτικές ενέργειες διαχέονταν πάνω τους. Όταν τα χαρτάκια αποκτούσαν την ακριβή απόχρωση του κυλίνδρου, τότε η επιγραφή που υπήρχε πάνω τους διαλυόταν.
Τους παρακολουθήσαμε για λίγο να εργάζονται και στη συνέχεια ο Μικέλ μου πρότεινε να δω από κοντά μια μελέτη του χρώματος επούλωσης. Συμφωνήσαμε ότι ίσως θα το έκανα. Καθώς φεύγαμε από το δωμάτιο θεραπείας, ο Μικέλ με κοίταξε και είπε: «Η οικογένειά σου επιστρέφει στο κάμπινγκ. Καλύτερα να φύγουμε κι εμείς».
Γυρίσαμε έτσι όπως είχαμε πάει. Όταν ήμασταν στο δάσος ξανά, ο Μικέλ είπε: «Θα συναντηθούμε και πάλι γιατί πρέπει να δεις και να θυμηθείς πολλά περισσότερα. Να είστε προσεκτικοί στην επιστροφή σας από το βουνό. Οδηγείτε αργά και θα ανακαλύψετε κάτι αγαπητό στην καρδιά σου».
Ο Μικέλ δεν επέστρεψε στο κάμπινγκ μαζί μου. Με χαιρέτησε και γύρισε στην είσοδο του βουνού...
Συνεχίζεται