Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Ταξίδι μέσα στο βουνό - μέρος 3ο

Πεζοπορία στο όρος Σάστα
Η περιστροφή μας γύρω από τον πλανήτη άρχισε να επιβραδύνεται. Μπορούσα τώρα να διακρίνω εικόνες με περισσότερες λεπτομέρειες και δραστηριότητα. Όταν όμως η περιστροφή σταμάτησε εντελώς, οι εικόνες εξαφανίστηκαν από την όρασή μου. Δεν μπορούσα να ελέγξω τα συναισθήματά μου… ήξερα βαθιά μέσα μου ότι «ήμουν κάπου εκεί, είχα κάνει κάτι από εκείνα που έβλεπα» αλλά δεν ένιωθα λύπη για ό,τι είχε χαθεί.
Μόλις κατάφερα να ξαναβρώ την ομιλία μου από τα τόσα απίθανα που έβλεπα, καθάρισα βήχοντας τη φωνή μου για ν’ αρχίσω τις ερωτήσεις. Ένιωθα σαν αστυνομικός ρεπόρτερ στην πρώτη του υπόθεση, που προσπαθεί να σκεφτεί όσο πιο έξυπνα γίνεται, αλλά πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στόμα μου, ο Μικέλ άρχισε να μου εξηγεί…
…Για να μπορέσουν οι μελλοντικοί Εργάτες του Φωτός να έχουν καλύτερες πληροφορίες και κατανόηση για τα γεγονότα που είχαν συμβεί στο παρελθόν – σε αυτό που ονομάζουμε ιστορία μας – ήταν ωφέλιμη μια εκ νέου εν-τύπωση των περασμένων εμπειριών στις ψυχές τους με σκοπό την γρηγορότερη αφύπνισή τους. Εξήγησε ακόμα ότι κάποιοι από τους Εργάτες του Φωτός που ήταν προορισμένοι να βοηθήσουν την ανθρωπότητα στις επερχόμενες αλλαγές, δεν είχαν ενσαρκωθεί ακόμα στον πλανήτη.
Ανέφερε ότι πολλά βιβλία θα γράφονταν με πληροφορίες και θεωρίες που στη συνέχεια θα αποδεικνύονταν αληθινές και θα βοηθούσαν στην αφύπνιση του κόσμου ώστε να αποδεχτεί πιο εύκολα εκείνα που βρίσκονταν «μπροστά». Είπε ακόμα ότι κινηματογραφικές ταινίες θα γυρίζονταν με τον ίδιο σκοπό, για να συνηθίσει η ανθρωπότητα στην ιδέα ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα γνώριζε, θα ερχόταν σε επαφή με όντα από άλλους πλανήτες.
Καθώς μιλούσε, μια ιδέα άστραψε στο μυαλό μου. Με πήγε πίσω, στην ηλικία των 5 και 6 ετών, τότε που ζούσα με τους θείους μου στην Αϊόβα. Οι κρεβατοκάμαρές μας βρίσκονταν στον πάνω όροφο και η θεία μου, τους καλοκαιρινούς μήνες, έσπρωχνε το κρεβάτι μου κοντά στο παράθυρο για να έχω περισσότερη δροσιά. Θυμάμαι που τα βράδια κοίταζα  τον ουρανό και τ’ αστέρια και αναρωτιόμουν τι δουλειά είχα «εδώ κάτω» και πότε «αυτοί» θα έρχονταν να με πάρουν πίσω στο σπίτι. Κάποιες φορές άκουγα και έναν λεπτό ψίθυρο να μου λέει «σύντομα».
Όταν οι μνήμες μου καταλάγιασαν, ο Μικέλ μου έπιασε το χέρι και μου είπε ότι δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα της επιστροφής μου, αλλά η ώρα να θυμηθώ το έργο που είχα να κάνω.
Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα πως η γνωριμία μου με τον Μικέλ και το όρος Σάστα δεν ήταν τόσο απλή. Δεν είχα ιδέα τι θα γινόταν αργότερα, αλλά ο νους μου άρχισε να έχει αναλαμπές από προηγούμενες ζωές, που είχαν άμεση σχέση με τα γεγονότα που μου είχαν εμφανιστεί στη μηχανή του χρόνου.

Ήμουν άραγε κάποιος επισκέπτης ή κάποιος μετανάστης με την ιδιότητα του Εργάτη του Φωτός και την άδεια να μένω και να εργάζομαι σε αυτόν τον πλανήτη και σε αυτή τη διάσταση; Ίσως αυτό να εξηγούσε και το λόγο που ποτέ δεν ένιωσα ότι «ανήκω εδώ». Ήθελα να βάλω σε σειρά τις ερωτήσεις που ξεπετάγονταν από το νου μου, αλλά ο Μικέλ με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε προς την έξοδο του μηχανήματος.
Το ρολόι μου έδειχνε πως βρισκόμασταν μέσα στη μηχανή του χρόνου λιγότερο από μια ώρα. Ένιωθα ναυτία, κάποια αδυναμία στα γόνατα και μικρή αστάθεια. Έλαβα την οδηγία να παίρνω βαθιές, αργές αναπνοές. Μετά ο Μικέλ έβαλε το δεξί του χέρι πάνω στο στομάχι μου (αργότερα ανακάλυψα ότι αυτό το μέρος είναι η θέση του τσάκρα του Ηλιακού Πλέγματος) και το αριστερό του στο πίσω μέρος του αυχένα μου. Μου είπε να σκύψω πάνω από το στέρνο μου και να εισπνέω αργά καθώς θα ερχόμουν ξανά στην όρθια στάση. Όταν έβγαλε τα χέρια του δεν ένιωθα πια ναυτία. Παρόλ’ αυτά μου επεσήμανε ότι, καθώς θα βγαίναμε στον έξω κόσμο θα βίωνα μια μικρή αδιαθεσία… είχε δίκιο.
Φύγαμε από την αίθουσα με το μικρό όχημα που είχαμε έλθει. Περάσαμε από εκατοντάδες τούνελ γιατί ήθελε να μου δείξει ένα μέρος του εσωτερικού του βουνού και αργότερα σταματήσαμε στη θέση προσγείωσης των χόβερ-κραφτς. Ήταν και ώρα γιατί το στομάχι μου είχε δεθεί κόμπος. Κατευθυνθήκαμε προς ένα μικρό άνοιγμα που αποδείχτηκε ένας ακόμα διάδρομος. Μου έκανε τόπο να περάσω πρώτη. Μπήκα στον μικρό, φαινομενικά αδιέξοδο διάδρομο.
Ο Μικέλ ήρθε από γύρω και άγγιξε μια περιοχή του τοίχου και τότε ένα άνοιγμα, μια είσοδος εμφανίστηκε. Μπήκαμε μέσα αλλά  στα μισά του δρόμου σταμάτησα. Προς στιγμή πίστεψα ότι είχαμε βγει στη φύση και περπατάγαμε σε μια όμορφη, καταπράσινη κοιλάδα στην αντίθετη πλευρά του όρους Σάστα. Αλλά στεκόμουν και κοίταζα αμίλητη, είμαι σίγουρη με το στόμα μισάνοιχτο, καθώς κατάλαβα ότι έβλεπα κτίρια και ανθρώπους και καλλιεργημένα εδάφη.
Άπλετο ηλιακό φως παντού, και μια γλυκιά αύρα έκανε τα φύλλα των δέντρων να πάλλονται. Κι όμως, στο όρος Σάστα δεν υπήρχε τέτοιο μέρος …πουθενά. Βρισκόμασταν ακόμα στο εσωτερικό του.
Στράφηκα προς τον φίλο μου και τον είδα να γελάει ανοιχτόκαρδα. Άνοιξε τα χέρια του σαν αγκαλιά και είπε: «Περίμενα πολύ καιρό, αδελφούλα, να σε καλωσορίσω πίσω». Δεν είχα ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσε, αλλά το αγκάλιασμά του ήταν υπέροχο! Καθίσαμε εκεί, πάνω από την κοιλάδα και μιλήσαμε ώρες για διάφορα πράγματα.
Μου τόνισε, όμως, ότι δεν είχε έλθει ακόμα η ώρα της επανένωσής μου με «εκείνους». Είχα ακόμα πολλά να κάνω στο έξω κόσμο και πολλά να μάθω για να μπορέσω, όταν θα χρειαζόταν, να συμπαρασταθώ στους ανθρώπους, όταν οι αλλαγές, που είχαν ήδη αναφέρει σε προφητείες για τον πλανήτη, γίνονταν πραγματικότητα. Ότι πριν από την αλλαγή του αιώνα (ήμασταν στον 20ο τότε), όσοι θα έκαναν το Έργο του Φωτός θα ένωναν και θα αναμείγνυαν τις ενέργειές τους κατά τη διάρκεια των «Αλλαγών» για να βοηθήσουν τους ανθρώπους της Γης στην αναπροσαρμογή. Επεσήμανε ότι βοήθεια θα ερχόταν και από τους ανθρώπους του έσω κόσμου (inner world).
Κοίταξα προς την κοιλάδα και αναρωτήθηκα πόσοι άραγε να υπήρχαν εκεί, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε περίπτωση ανάγκης… Ο Μικέλ διάβασε τη σκέψη μου γιατί είπε: «ω, αδελφούλα μου, αυτό που βλέπεις είναι μόνο μια μικρή ομάδα των κατοίκων της εσωτερικής γης». Υπάρχουν πολλές τοποθεσίες σαν και αυτή στον έσω κόσμο, πολλή γνώση και πάνω απ’ όλα μεγάλη αγάπη και ενδιαφέρον για τους ανθρώπους της επιφάνειας. Στον δικό σας κόσμο η αγάπη είναι «εμπορεύσιμη» αλλά εδώ είναι το φως που μας οδηγεί. «Είναι η ίδια μας η ζωτική δύναμη».

Από τον Μικέλ έμαθα ότι ο πλανήτης μας, ακόμα και το ηλιακό μας σύστημα είχε περάσει αμέτρητες φορές από περιόδους εξέλιξης και καταστροφής. Η Γη είχε δεχτεί πολλές επισκέψεις από εξωγήινους πολιτισμούς που είχαν κάνει αποικίες εδώ. Την είχαν λατρέψει και την είχαν καταραστεί, την είχαν φροντίσει και την είχαν παρατήσει. Είχαν διασταυρώσει το
DNA τους με το δικό μας. Οι «μακρινοί βοηθοί» είχαν περπατήσει χέρι με χέρι μαζί μας, ολότελα έκπληκτοι από το γεγονός ότι τελικά είχαμε καταφέρει να επιβιώσουμε. Οι κάτοικοι της Γης είχαν επιδείξει τέτοιες δυνάμεις αυτοκαταστροφής ώστε είχε κριθεί αναγκαίο να μας δώσουν μεγάλη προσοχή και βοήθεια για να μην ξεκάνουμε την ακεραιτότητα του ίδιου μας του πλανήτη.
Δυστυχώς η μνήμη μου δεν ήταν ικανή να συγκρατήσει τον τεράστιο αριθμό των πληροφοριών που έμαθα εκείνες τις ώρες, αλλά θα σας μεταφέρω όσα θυμάμαι με δικά μου λόγια.  
 Μέτατρον
Είμαι σίγουρη πως όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι εργαζόμαστε συγχρόνως, παράλληλα, σε πολλά επίπεδα ύπαρξης για την πρόοδο του εαυτού, του φυσικού μας εαυτού και για τη διατήρηση του περιβάλλοντος για εκείνους που θα ακολουθήσουν. Εργαζόμαστε για την συλλογική και ατομική μας πνευματική ανάπτυξη, για τη διατήρηση των ειδών, για την προστασία του πλανήτη Γη, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τη διττότητα που δημιουργήσαμε και να μπορέσουμε να ενωθούμε ξανά με την Ουσία και την Δημιουργό Πηγή.  
Γνωρίζουμε ότι υπάρχει μόνο μία δύναμη στο Σύμπαν – αυτή που πηγάζει από την Δημιουργό Πηγή (όποιο και αν είναι το όνομα που της αποδίδεται).  
Μέσα σε αυτή την Πηγή υπάρχουν ποικίλες μορφές και βαθμοί ενέργειας. Από την αρνητική (μαύρη ή κακή) έως την θετική (λευκή ή καλή). Αλλά είναι η ίδια γραμμή ενέργειας που από τη μια μεριά έχει το σήμα ( – ) και από την άλλη το σήμα ( + )… όπως μια μπαταρία. Η πρόθεση είναι αυτή που χαρακτηρίζει μια ενέργεια ως κακή ή καλή. Επιλέγουμε σε κάθε ζωή ποιο ενεργειακό κομμάτι της γραμμής ταιριάζει καλύτερα στην πνευματική μας ανάπτυξη και με το όποίο θέλουμε να εργαστούμε. Σπάνια θυμόμαστε συνειδητά το έργο που έχουμε κάνει σε κάθε ζωή, επομένως κάθε φορά πρέπει να επιλέγουμε εκ νέου.
Οι Δάσκαλοι μάς επισημαίνουν τις διάφορες προκλήσεις που συναντάμε στο δρόμο μας και οι οποίες θα επιχειρήσουν να μας αποσπάσουν από την πνευματική μας πορεία. Αυτές οι προκλήσεις γίνονται όλο και πιο δελεαστικές καθώς προοδεύει η τεχνολογία. Βλέπουμε ταινίες που μας προσφέρουν όσα θα θέλαμε να ζήσουμε στην προσωπική μας ζωή, αναζητούμε άμεση ευχαρίστηση με τον ίδιο τρόπο που αναζητούμε άμεση ενημέρωση.
Επιζητούμε να «δραπετεύσουμε» με τη χρήση νόμιμων ή παράνομων χαπιών, παρά με την επιδίωξη της πνευματικής γνώσης. Η κλίση προς τον εαυτό έγινε εγωιστική, επειδή η πλειονότητα των επιθυμιών μας επικεντρώνεται γύρω από υλικά αποκτήματα και επιδιώξεις. Σύννεφα καπνού κάθε είδους μας ρίχνονται για να κρατάνε τα μυαλά μας απασχολημένα. Και η λίστα συνεχίζεται, αλλά καταλαβαίνετε τι σας λέω.
Ο Μικέλ μου πρότεινε να φανταστώ το Σύμπαν ως ένα τεράστιο παζλ το οποίο αποτελείται μόνο από τα κομμάτια που βρίσκονται στην περίμετρό του. Ένα μεγάλο κουτί δίπλα περιέχει όλα τα υπόλοιπα κομμάτια. Κάθε κομμάτι αντιπροσωπεύει μια ψυχή. Εναπόκειται σε μένα, σε σένα, (στον καθένα μας) να βρει ποιο είναι το δικό του κομμάτι και πού είναι η θέση του στο παζλ. Όταν όλα τα κομμάτια μπούνε στη σωστή θέση, θα επικρατήσει ειρήνη στο Σύμπαν. Αν επιχειρήσω να βάλω το κομμάτι μου με τη βία σε μια λάθος θέση, θα δημιουργήσω ανισορροπία.
Αυτή η ανισορροπία θα προκαλέσει μιαν αλυσιδωτή αντίδραση που θα επηρεάσει όχι μόνον εμένα τον ίδιο, αλλά θα ταξιδέψει και θα επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα κάθε άλλο κομμάτι όλου του παζλ (Σύμπαντος).
Η αναζήτηση της ταυτότητάς μας ή της θέσης μας στο μεγάλο σχέδιο (παζλ, Σύμπαν) πρέπει να ξεκινήσει από μέσα μας. Είναι ωφέλιμο να «σκάψουμε» βαθιά, σε κάθε ενσάρκωση, ώστε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε, το λόγο που βρισκόμαστε εδώ και τα μαθήματα που επιλέξαμε σε κάθε ζωή.Αλλά, αν δεν μπορεί κανείς να δει ή να απεικονίσει τη συνολική εικόνα, αν δεν καταφέρει να εντοπίσει την πρόοδό του (ή την έλλειψη αυτής) από την αρχή, δεν θα έχει μόνο δυσκολία στην εύρεση της θέση του στο παζλ, αλλά θα έχει αλλάξει και το σχήμα του κομματιού του, το οποίο μετά δεν θα ταιριάζει στο πρωταρχικό σχέδιο με τρόπο κατάλληλο, και να του επιτρέψει να ενισχύσει και να υποστηρίξει τα γύρω γειτονικά κομμάτια. Αντίθετα, θα προκαλέσει διχόνοια και ανισορροπία.

Ένα άλλο θέμα ήταν ότι, πλησιάζουμε στη γνωριμία άλλων μορφών ζωής πλην εκείνων που έχουμε συνηθίσει στον πλανήτη Γη. (Θα πρέπει να θυμάστε ότι αυτό μου δόθηκε κάποια 30+ χρόνια πριν. Είχα μια πρώτη γνωριμία με αυτές τις μορφές ζωής μέσα από το έργο του George Van Tassel, ως οι «διαστημικοί αδελφοί μας».)
Και πάλι, όσοι δεν έχουν εξελιχθεί αρκετά ή δεν είναι ανοικτοί στην ανάπτυξη, θα βάλουν εμπόδια κατά την επαφή τους με τις νέες μορφές ψυχών. Αυτές οι «άλλες μορφές» ή «οι διαστημικοί αδελφοί μας» ήταν πάντα γύρω μας όπως και οι φύλακες άγγελοι και οι Αναληφθέντες Δάσκαλοί μας. Συμβαίνει απλά, επειδή ένα ακόμα στρώμα του πέπλου έχει αρθεί και με την άρση του, εκείνοι που δεν θέλουν καμία αλλαγή να συμβεί στον πλανήτη, θα τρομάξουν από την εμφάνιση των νέων μορφών. Εναπόκειται σε κάθε άτομο να αναζητήσει την προέλευση του φόβου του και να εξακριβώσει αν είναι έγκυρος.
Αυτές είναι μερικές από τις σκέψεις που μου γνώρισε ο Μικέλ.  
Ήξερα ότι ήταν αργά και έπρεπε να γυρίσω στην κοιλάδα. Εκείνος ένιωσε τη σκέψη μου και παίρνοντάς με από το χέρι με οδήγησε προς την έξοδο του βουνού. Τον χαιρέτησα, μπήκα στο φορτηγάκι και κατευθύνθηκα προς το μικρό ξενοδοχείο της «Μητέρας Μαρίας».
Ξέρω ότι στο μέλλον θα έχω και άλλες συναντήσεις και πληροφορίες από τον Μικέλ, αλλά φαίνεται πως η ώρα αυτή δεν έχει έρθει ακόμα. Επίσης γνωρίζω καλά ότι, αν και οι πληροφορίες είναι πολύ σαφείς στο μυαλό μου, μερικές φορές είναι δύσκολο να τις βάλω από το μυαλό μου στο χαρτί.
Μετάφραση, απόδοση: Αγγελική Νατσούλη

   






Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Ταξίδι μέσα στο βουνό - μέρος 2ο


Επέστρεψα στη σκηνή ελάχιστα λεπτά πριν από την άφιξη των δικών μου. Η φωτιά είχε σβήσει αλλά ο καφές ήταν ακόμα καυτός. Ήπιαμε, με τον άνδρα μου από ένα φλιτζάνι και μετά πήραμε την απόφαση να κατέβουμε στα πεδινά πριν νυχτώσει. Δεν του είπα τίποτα για τη γνωριμία που έκανα και για την επίσκεψή μου στο εσωτερικό του βουνού.
Κατεβαίνοντας τον ελικοειδή δρόμο, του συνέστησα να πηγαίνει αργά ώστε να μπορώ να αναπνέω τον ερχομό του δειλινού μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Συμφώνησε. Καθώς στρίψαμε σε μια μεγάλη κούρμπα, είδαμε ένα μεγαλόσωμο ελάφι να στέκεται στη μέση του δρόμου. Ο άνδρας μου «έπεσε αμέσως στα φρένα» και κατάφερε να σταματήσει το φορτηγό λίγο πριν από το ελάφι, που δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια μικρή κίνηση στην άκρη του δρόμου. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα …την Πίξη μου που καθόταν στο κοντινό χαντάκι. Αμέσως πήδηξα έξω από το αμάξι, αλλά τρόμαξε κι έφυγε προς το ανάχωμα. Την ακολούθησα, γλίστρησα πάνω στα πεσμένα φύλλα, ξανασηκώθηκα και συνέχισα να την ακολουθώ. Τη φώναζα κι έτρεχα ξωπίσω της. Έπεσα σε μια ελώδη περιοχή και μπήκα στο νερό μέχρι τους αστραγάλους. Στιγμιαία τρόμαξα καθώς σκέφτηκα πως κάποιο νερόφιδο θα μπορούσε να με τσιμπήσει, αλλά γρήγορα έβγαλα την κακή σκέψη από το νου μου.
Σταμάτησα και φώναξα την Πίξη, πάλι και πάλι. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει μέσα στα δέντρα και με δυσκολία έβλεπα πού να πατάω. Κάποια στιγμή άκουσα το κλαμένο νιαούρισμά της και κατάλαβα ότι με αναγνώρισε. Συνέχιζα να λέω το όνομά της και με αργές κινήσεις προχωρούσα προς το κλάμα που άκουγα. Τη βρήκα κουλουριασμένη μπροστά από μια μικρή τρύπα στο χώμα. Γονάτισα και της έτεινα το χέρι μου. Δεν σταμάτησα να της μιλάω μέχρι που με πλησίασε με αργές, προσεκτικές κινήσεις. Όταν έφτασε αρκετά κοντά μου με άφησε να την πιάσω. Κλαίγαμε και οι δυο.
Γυρίσαμε μαζί πίσω στο φορτηγό και μόνο τότε το ελάφι σηκώθηκε από τη μέση του δρόμου κι εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα! Η γάτα μου έκλαιγε συνέχεια μέχρι που όταν φτάσαμε στο σπίτι η φωνή δεν έβγαινε από μέσα της. Ήταν λίγο πιο αδύνατη αλλά πάντα όμορφη.
Πώς μπόρεσε να επιβιώσει 6 μήνες στο βουνό; Πιστεύω ακράδαντα πως είχε βοήθεια. 
Το επόμενο Σ/Κ επιστρέψαμε ξανά στο Panther Meadows. Ως συνήθως, ο άνδρας μου πήρε τα αγόρια κι έφυγαν για εξερεύνηση. Εγώ κοίταζα γύρω μήπως δω τον Μικέλ να έρχεται. Εμφανίστηκε λίγο μετά τις 10.00 π.μ. και γι’ άλλη μια φορά μέσα από τα δέντρα κατευθυνθήκαμε στην είσοδο του βουνού. Αυτή τη φορά ο Μικέλ διάλεξε να μπούμε σ’ έναν άλλο διάδρομο της μεγάλης αίθουσας. Και πάλι υπήρχε φως.
Περπατήσαμε για λίγο και πλησιάσαμε μια περιοχή που βρίσκονταν μηχανήματα. Κάτι σαν οχήματα. Οδηγηθήκαμε σε ένα από αυτά με δυο θέσεις. Κάθισα στο άνετο μπάκετ κάθισμα και πρόσεξα ότι μπροστά μου το ταμπλώ είχε μόνο τρία κουμπιά. Τίποτε άλλο! Ο Μικέλ πάτησε ένα από αυτά και το όχημα σηκώθηκε από το έδαφος αιωρούμενο μέχρι τη στιγμή που πάτησε το δεύτερο κουμπί και κινηθήκαμε προς τα εμπρός. Δεν υπήρχε τιμόνι και δεν ανακάλυψα ποτέ τη χρήση του τρίτου κουμπιού.
Καθώς περνάγαμε από διάφορα τούνελ έβλεπα κομμάτια λάβας στο πάτωμα και στα τοιχώματα. Δεν κατάλαβα αν ανεβαίναμε ή κατεβαίναμε το βουνό. Μια μικρή διακύμανση στη θερμοκρασία μόνο… όχι τίποτε δυσάρεστο, απλά κάποια τμήματα της διαδρομής ήταν πιο ζεστά από άλλα. Φτάσαμε σε ένα χώρο προσγείωσης και εκεί αφήσαμε το όχημα. Μετά ξεκινήσαμε με τα πόδια και ύστερα από λίγο μπήκαμε σε μια μεγάλη αίθουσα τελείως αντίθετη από τα τούνελ που είχαμε διασχίσει. Ήταν γεμάτη φυτά, δέντρα και λουλούδια. Έκανε ζέστη εκεί και ένιωθα την υγρασία στον αέρα. Φαινόταν σαν το φως από τον ήλιο να εισερχόταν από κάποιο κρυφό άνοιγμα.

Ρώτησα τον Μικέλ σχετικά με το φως και μου εξήγησε ότι όντως ήταν ηλιακό που έφτανε μέχρις εκεί από την κορυφή του βουνού μέσα από ένα σύστημα κατόπτρων. Στην αίθουσα εκείνη ετοίμαζαν την τροφή τους οι κάτοικοι του εσωτερικού του βουνού. Υπήρχαν πολλές τέτοιες αίθουσες και σε άλλα σημεία του, καθώς έμαθα. Μιλήσαμε για πολλά θέματα με το φίλο μου, για την Αδελφότητα, το μέλλον της Μητέρας Γης, τους χαμένους πολιτισμούς του παρελθόντος, την επερχόμενη κλίση του άξονα της Γης και άλλα πολλά. Τον ρώτησα αν συνεχίζαμε να βρισκόμαστε μέσα στο όρος Σάστα και μου το επιβεβαίωσε. Γυρίσαμε πίσω με τον ίδιο τρόπο και βγήκαμε έξω από το βουνό. Φτάσαμε μέχρι τη σκηνή μου κι εκεί μου είπε πως την επόμενη φορά θα πηγαίναμε «ταξίδι». Ρώτησα τι εννοούσε και μου απάντησε «θα δεις».
Έφτασε ο χειμώνας και το κρύο ήταν τσουχτερό. Ένα Σάββατο πρωί ξεκίνησα για το βουνό χωρίς τα παιδιά. Πίστευα ότι ήταν επικίνδυνο να είναι μαζί μου, δεν ήξερα τι συνθήκες επικρατούσαν ψηλά. Ήδη κάποιες νιφάδες χιονιού είχαν πέσει στα πεδινά. Είχαμε προμηθευτεί αλυσίδες και μέσα στο φορτηγό υπήρχε επιπλέον βενζίνη και νερό αλλά ήλπιζα ότι κάποιος από τους κατοίκους του βουνού θα με βοηθούσε να περάσω - στην ανάγκη - τις αλυσίδες στους τροχούς. Ήταν κάτι που δεν μπορούσα να κάνω μόνη μου. Δεν φοβόμουν. Ταξίδευα πολλές φορές μόνη… μου άρεσε η ενέργεια του περιβάλλοντος χώρου όπου άφηνα τις σκέψεις μου να τρέχουν προς όλες τις διευθύνσεις.
Σταμάτησα στο ξενοδοχείο της «Μητέρας Μαρίας» και μίλησα για λίγο μαζί της. Ήταν η μέρα που θα έκανε το τελευταίο μάθημα της σεζόν, οι πελάτες είχαν ελαττωθεί πολύ. Όταν ήταν νέα, είχε υπάρξει μαθήτρια του Γιοκανάντα και έκτοτε ακολουθούσε το πνευματικό μονοπάτι. Της υποσχέθηκα ότι θα λάμβανα μέρος κάποτε στα μαθήματά της κι έφυγα ξανά για το βουνό. Έφτασα στο Panther Meadows αλλά παρέμεινα μέσα στο αμάξι. Το κρύο ήταν δριμύ και χάρηκα που δεν είχα τα παιδιά μαζί μου. Περίμενα να δω τον Μικέλ, ο οποίος μετά από λίγο εμφανίστηκε. Μπήκαμε ξανά στο βουνό. Η αγωνία μου για το ταξίδι που μου είχε υποσχεθεί ήταν μεγάλη.
Αυτή τη φορά δεν πήραμε κανένα όχημα. Αντίθετα κατεβήκαμε το διάδρομο και φτάσαμε σε μια τεράστια πόρτα. Ο Μικέλ κράτησε την πόρτα να περάσω και έμεινα έκθαμβη από τα όσα έβλεπα στο δωμάτιο. Με δυσκολία θα περιγράψω τα όσα ήταν εκεί. Αλλά θα κάνω μια προσπάθεια. Στην αριστερή πλευρά υπήρχαν μεγάλες κονσόλες στο μέγεθος γραφείου. Υπήρχε ένα ταμπλώ στο πίσω μέρος κάθε κονσόλας περίπου 1.20 μ. ύψος και 35 εκ. φάρδος. Μια σειρά από κουμπιά βρίσκονταν πάνω στο ταμπλώ και μια σειρά από χρωματιστά κουμπάκια αναβόσβηναν. Ο Μικέλ μου έδωσε την εξήγηση ότι παρακολουθούσαν την θερμοκρασία των δωματίων, κάτι που βρήκα πολύ απλοϊκό ως εξήγηση.
Ολόκληρος ο τοίχος ήταν καλυμμένος με έναν χάρτη στον οποίο αναγνώρισα το ηλιακό μας σύστημα και τους διάφορους πλανήτες του στο ήμισυ του χάρτη. Στο άλλο μισό υπήρχαν αστερισμοί και πλανήτες που δεν αναγνώριζα. Σε μια περιοχή ακριβώς απέναντι από την πόρτα βρισκόταν ένα κυλινδρικό αντικείμενο με μια λαμπερή επιφάνεια σαν μέταλλο που όμως δεν ήταν μεταλλική. Ο Μικέλ πήγε μέχρι το αντικείμενο, το άγγιξε και ένα άνοιγμα εμφανίστηκε. Μπήκαμε μέσα στον κύλινδρο. Είδα πέντε καθίσματα. Καθίσαμε και το άνοιγμα έκλεισε. Ήμουν σίγουρη ότι ο Μικέλ δεν θα με άφηνε να κινδυνέψω. Άρχισα να νιώθω ναυτία και να παίρνω βαθιές αναπνοές για να την καταπολεμήσω. 
Ζήτησα από τον Μικέλ να μου πει την αιτία που ένιωθα τόσο άσχημα και μου είπε πως η κυλινδρική μηχανή ήταν ένα είδος «μηχανής του χρόνου» και με αυτήν ταξιδεύαμε στο χρόνο. Αυτή ήταν και η αιτία της ναυτίας που ένιωθα. Μου εξήγησε στη συνέχεια, ότι είχε κατασκευαστεί στην κυριολεξία χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα και την είχαν χρησιμοποιήσει αρκετοί πολιτισμοί μέχρι την εποχή που έγιναν εφικτά τα ταξίδια στο χρόνο μέσα από την «αστρική προβολή» ή αλλιώς κατευθυνόμενη προβολή της συνειδητότητας. Είπε ότι θα έβλεπα ένα μέρος της ιστορίας που λίγοι μέχρι τότε μπορούσαν να δουν. Επειδή εκείνη την εποχή δεν είχα ιδέα από «αστρική προβολή» θα κάναμε το ταξίδι με τη μηχανή του χρόνου.
Άρχισα να βλέπω τοπία που δεν αναγνώριζα. Ήταν σαν να έβλεπα μια ταινία, αλλά είχα την αίσθηση της κίνησης. Ο Μικέλ μου εξηγούσε τα όσα έβλεπα. Τα τοπία άλλαζαν γρήγορα και σκέφτηκα προς στιγμή ότι αναγνώρισα τον Κρόνο με τους δακτυλίους του και μετά είδα τη Γη να έρχεται στη θέα. Ταξιδεύαμε πολύ κοντά στην επιφάνεια και φαινόταν να μην υπάρχουν μεγάλες πόλεις. Σε κάθε κύκλο που κάναμε γύρω από τον πλανήτη η επιφάνεια άλλαζε. Η ενέργεια του πλανήτη άλλαζε και μαζί της άλλαζε το χρώμα του. Είδα πλοία να μετατρέπονται σε πολύ μοντέρνα σκάφη που ταξίδευαν πάνω και κάτω από την επιφάνεια των υδάτων. Είδα ιπτάμενα σκάφη σε σχηματισμούς και τα παρατηρούσα καθώς επιτάχυναν προς το διάστημα και εξαφανίζονταν από τα μάτια μου, ενώ άλλα έρχονταν προς το έδαφος. Είδα εκτάσεις έρημες να γεμίζουν με σπίτια, φυτείες να καλλιεργούνται, κτίρια να υψώνονται και τα χρώματα κάθε φορά να αλλάζουν. Είδα ολόκληρους πολιτισμούς να γεννιόνται και να πεθαίνουν. Είδα τεράστιες εκτάσεις γης να υψώνονται και μετά να κατακρημνίζονται ενώ ένιωσα τον πόνο από τη μετατόπιση των πόλων. Είδα τμήματα ηπείρων να σπάζουν και να βουλιάζουν. Είδα τεράστια, όμορφα ζώα να έρχονται στον πλανήτη και μετά να εξαφανίζονται. Παρατήρησα φως γύρω από τις μορφές των ανθρώπων και μετά αυτό το φως να σκοτεινιάζει και να πυκνώνει. Έγινα μάρτυρας μιας νέας εμφάνισης του φωτός στα σώματα των ανθρώπων και τα χρώματα του πλανήτη άλλαξαν ξανά. Το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν ότι είχα γίνει ένα με το χτύπημα της καρδιάς όλων των όντων του πλανήτη. Βίωσα τη χαρά της ανακάλυψης και τον πόνο της καταστροφής. Από μέσα μου πέρασε όλη η γκάμα των συναισθημάτων του πλανήτη. Θρήνησα μαζί του και μετά γιόρτασα για την αφύπνιση που έλαβε χώρα.  
Θα χρειαζόταν ένας τόμος για να περιγράψω όλα όσα είδα και ένιωσα, αλλά πιστεύω ότι καταλάβατε τι ακριβώς βίωσα εκείνη τη μέρα. Μου φάνηκε πως πάντα υπήρχε η παρουσία παρατηρητών. Κάποιες φορές το σχήμα και το μέγεθος των οχημάτων άλλαζε, αλλά δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή που να μην ήταν παρόντες...
Συνεχίζεται
 
   

  




Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Ταξίδι μέσα στο βουνό - μέρος 1ο

To απρόσμενο και αποκαλυπτικό ταξίδι της Margaret Rustan στο εσωτερικό του Mt Shasta που φανερώνει με πειστικό τρόπο πόσα πράγματα δεν γνωρίζουμε, αλλά και πόσα άλλα θαυμαστά πρόκειται να ανακαλύψουμε στο μέλλον.

Μια μέρα, εμείς (ο σύζυγός μου, ο γιος του από τον πρώτο του γάμο, τα δυο μικρά μας παιδιά ηλικίας 2 και 4 ετών και η Σιαμέζα γάτα μου Πίξη) αποφασίσαμε να μετακομίσουμε από την έρημο που ζούσαμε πάνω στο βουνό Σάστα. Μια όμορφη μέρα βάλαμε τα υπάρχοντά μας σ’ ένα τρέιλερ και ξεκινήσαμε με το φορτηγάκι μας να συναντήσουμε το φίλο μας που είχε αναχωρήσει μια βδομάδα νωρίτερα με την οικογένειά του για το βουνό. Όταν φτάσαμε στο βουνό, αφήσαμε το τρέιλερ σε ένα μέρος και συνεχίσαμε με το φορτηγάκι το ανηφορικό μονοπάτι μέχρι να βρούμε ένα μέρος που θα μπορούσαμε να κατασκηνώσουμε και να περάσουμε τη νύχτα. Όταν φτάσαμε στο Panther Meadows νιώσαμε ότι ήταν το μέρος που θέλαμε.
Ενώ ξεφορτώναμε τα πράγματά μας, ανακάλυψα ότι η γάτα μου έλειπε. Αυτό με καταρράκωσε. Γυρίσαμε πίσω μήπως και είχε μείνει στο μέρος που αφήσαμε το τρέιλερ αλλά δεν την βρήκαμε. Την φώναξα, την ξαναφώναξα… μάταια.
Ξανά πίσω στο Panther Meadows για να ετοιμάσουμε τα του βραδινού ύπνου. Έκανε πολύ κρύο – ήταν άνοιξη στο βουνό – και ανάψαμε φωτιά για να ζεσταθούμε. Έβαλα τα αγόρια στο πίσω μέρος του φορτηγού, όπου είχαμε κατασκευάσει ένα χώρο με διπλά τοιχώματα για να μη μπαίνει το πολύ κρύο και ο άντρας μου έμεινε να κοιμηθεί μαζί τους. Εγώ κάθισα έξω δίπλα στη φωτιά για να την τροφοδοτώ με ξύλα και με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν η Πίξη. Γύρω από τη φωτιά έβλεπα να γυαλίζουν τα εξερευνητικά μάτια των νυχτόβιων ζώων… Ήταν μια όμορφη νύχτα γεμάτη μυστήριο που με ενέπνεε.
Το άλλο πρωί μπήκαμε στο φορτηγό και επισκεφτήκαμε το σπίτι του φίλου μας. Εκείνος μας πρότεινε να πάμε στο μικρό ξενοδοχείο-εστιατόριο της περιοχής και μας γνώρισε την ιδιοκτήτριά του, τη «Μητέρα Μαρία» όπως την αποκαλούσαν εξαιτίας της σοφίας της. Όταν η Μητέρα Μαρία έμαθε πως δεν είχαμε βρει ακόμα χώρο για να τακτοποιηθούμε, μας οδήγησε στον α’ όροφο του μικρού ξενοδοχείου και μας έδειξε μια σουίτα με δυο δωμάτια, την οποία πολύ εκτίμησα γιατί μπορέσαμε να πλυθούμε και να ζεσταθούμε. Μετά από λίγες μέρες βρήκαμε το σπίτι στο οποίο τελικά μείναμε.

Κάθε Σ/Κ αναχωρούσαμε για το Panther Meadows και κατασκηνώναμε εκεί. Πάντα είχα στο νου τη γάτα μου και την αναζητούσα στα γύρω μέρη. Ο σύζυγός μου με τα αγόρια έφευγαν για εξερεύνηση κι έμενα πολύ ώρα μόνη. Περιστασιακά, διάφοροι πεζοπόροι σταματούσαν στην κατασκήνωσή μας για συζήτηση κι ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ.
Κάποια Σ/Κ περπατούσαμε μέχρι το καταφύγιο και μέναμε εκεί τη νύχτα. Το καταφύγιο κάηκε μετά από κάμποσα χρόνια, κάποιοι μιλούσαν για εμπρησμό. Τέλος πάντων… εκεί βρίσκαμε καθαρό νερό και ηρεμία.
Μια Παρασκευή – ύστερα από 6 μήνες ήδη στο βουνό – ξεκινήσαμε και πάλι το συνηθισμένο μας δρομολόγιο προς το Panther Meadows. Ανάψαμε φωτιά, ετοιμάσαμε το φαγητό μας για το βράδυ και μετά ξαπλώσαμε και κοιτάζαμε τον ξάστερο ουρανό. Κοιμηθήκαμε στο ύπαιθρο μέσα στα sleeping bags αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ αρκετά, επειδή πρόσεχα τη φωτιά ώστε να έχουμε ζεστό νερό το πρωί. 
Την επομένη το πρωί φάγαμε ένα καλό πρωινό και μετά ο σύζυγός μου πήρε τα παιδιά κι έφυγαν για μιαν ακόμα εξερεύνηση του βουνού, ενώ εγώ έμεινα να καθαρίσω τα πιάτα, όταν πήρε το μάτι μου ένα νεαρό άνδρα – υπέθεσα ότι ήταν ένας ακόμα χίπη από τους εκατοντάδες που ανέβαιναν στο όρος Σάστα – να έρχεται προς το μέρος μου.
Ήταν λεπτός, ξανθός και φορούσε τζηνς και t-shirt. Δεν έφερε σακίδιο και σκέφτηκα ότι η σκηνή του θα βρισκόταν κάπου κοντά.
Καθώς πλησίαζε είδα πως είχε ένα προσεκτικά κουρεμένο μικρό μούσι. Σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά και με ρώτησε ευγενικά αν θα μπορούσε να έχει ένα φλιτζάνι από τον καφέ που του είχε ‘σπάσει τη μύτη’ όλο το πρωί! Χαμογέλασα και του πρόσφερα ένα φλιτζάνι. Καθίσαμε δίπλα στη φωτιά και μιλήσαμε λίγο για το βουνό, για τον καιρό και για την ομορφιά του νυχτερινού ουρανού όταν δεν είχε φεγγάρι επειδή τότε μπορούσες να θαυμάσεις το μεγαλείο του σύμπαντος!
Ένιωθα να με τραβάει αυτός ο άντρας, ένιωθα απόλυτα ασφαλής μαζί του, σαν να τον ήξερα χρόνια.
Φαινόταν να έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα και πεποιθήσεις. Μιλήσαμε για τον Παραμχάνσα Γιοκανάντα, για ανατολική φιλοσοφία, θεραπευτικό μαγνητισμό και χρώματα, για όνειρα στα οποία πετάγαμε, για την Ατλαντίδα, αλλά και για εξωγήινους.
Του μίλησα για τον George Van Tassel και το έργο του και με έκπληξη ανακάλυψα ότι τον γνώριζε. Του είπα ακόμη ότι ο Τζωρτζ με είχε ενημερώσει για την Λευκή Αδελφότητα του όρους Σάστα και πως είχε μεταφερθεί στο Περού επειδή εκεί το περιβάλλον ήταν πιο σταθερό. Χαμογέλασε και μου είπε πως τις είχε ακούσει αυτές τις ιστορίες. Μετά με ρώτησε αν ήθελα να πάω μέσα στο βουνό και να δω από μόνη μου τι βρισκόταν εκεί.
Σκέφτηκα ότι μάλλον με πείραζε κι έτσι είπα «βέβαια, το θέλω πολύ». Σηκωθήκαμε αμέσως και αρχίσαμε να περπατάμε. Είπε ότι η είσοδος δεν ήταν μακριά και πως σε λίγα λεπτά θα φτάναμε. Είχε δίκιο, περάσαμε μέσα από μερικά δέντρα και μετά από λίγα λεπτά βρεθήκαμε μπροστά από έναν παράξενο βράχο, περίπου 3.50 μέτρα ψηλό. Τα κλαδιά των δέντρων τον έκρυβαν εν μέρει και το έδαφος ήταν πολύ τραχύ κοντά του συγκριτικά με το μαλακό έδαφος της ευρύτερης περιοχής. Ο άνδρας προχώρησε μέχρι το βράχο και τον άγγιξε. Μια πόρτα άνοιξε τότε προς τα μέσα. Μου έγνεψε να τον ακολουθήσω μέσα από το πέρασμα και το ’κανα. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι δεν φοβήθηκα καθόλου, ούτε μου πέρασε από το νου η ιδέα να μην τον ακολουθήσω.
Mt Shasta και φακοειδή σύννεφα
Μέσα από την ανοιχτή πόρτα είδα 7 σκαλοπάτια που οδηγούσαν προς τα κάτω, προς ένα μικρό χώρο προσγείωσης. Προχωρήσαμε προς τα δεξιά. Μια ελαφριά μυρωδιά μούχλας αναδυόταν, όχι δυσάρεστη, αλλά που έδειχνε ότι βρισκόμασταν σε μια μη καλά αεριζόμενη περιοχή. Ήταν προφανές ότι βρισκόμασταν μέσα στο βουνό γιατί οι τοίχοι ήταν από πέτρα.
Φτάσαμε στο χώρο προσγείωσης και στάθηκα για να κοιτάξω λίγο τριγύρω. Το μεγάλο δωμάτιο λουζόταν από ένα μαλακό φως του οποίου την πηγή δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Δεν υπήρχαν λαμπτήρες ή άλλος έμμεσος φωτισμός.
Ο νεαρός άνδρας προχώρησε τότε μέχρι τον μακρινό τοίχο, τον άγγιξε και μια πόρτα άνοιξε. Η πόρτα δεν ήταν ορατή από το μέρος που στεκόμουν. Φαινόταν να είναι τόσο καλά καμουφλαρισμένη, ίδιας σύστασης με τον τοίχο, ώστε αν δεν γνώριζες πού ακριβώς ήταν, δεν είχες ιδέα ότι εκεί υπήρχε μια πόρτα.
Τον ακολούθησα μέσα από την πόρτα και βρέθηκα σε ένα πολύ μεγάλο, ψηλοτάβανο δωμάτιο από πέτρα. Ήταν κι αυτό πολύ καλά φωτισμένο, με φως που ερχόταν από μιαν απροσδιόριστη πηγή. Καθώς περπατούσαμε στην αίθουσα είδα ότι υπήρχαν αρκετές είσοδοι γύρω της που οδηγούσαν κάπου. Διασχίσαμε ένα διάδρομο που ξεκινούσε από την άλλη άκρη της αίθουσας και τελικά φτάσαμε σ’ ένα ακόμα φαρδύ δωμάτιο. Εκεί υπήρχαν έπιπλα και μεγάλες γυάλινες προθήκες. Με οδήγησε στις βιτρίνες αυτές και μου επεσήμανε να δω ορισμένα κομμάτια από πεπλατυσμένη πέτρα. Είδα ότι έφεραν ένα είδος εκτύπωσης αλλά δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τη γλώσσα. 
Γύρισα να τον ρωτήσω τι παρίσταναν οι πέτρες και πριν προλάβω να μιλήσω, χαμογέλασε και είπε: «Δεν έχεις καμία ανάμνηση τώρα, αλλά αυτές είναι οι ιερές πλάκες που εσύ και οι εργάτες σου βγάλατε με μυστικό τρόπο από την Ατλαντίδα, λίγο πριν τα νερά καταστρέψουν τη γη». Συνέχισε να μου εξηγεί ότι εμείς (δεν ήμουν σίγουρη ποιους εννοούσε με το «εμείς») την εποχή εκείνη είχαμε τοποθετήσει τις πλάκες σε μια σπηλιά και τις κρύψαμε. Καθώς μου αφηγείτο την ιστορία, εγώ μπορούσα να δω με το νου μου μια σειρά από μικρά σκάφη 2 ατόμων να κινούνται πολύ γρήγορα στα βαθιά νερά. Σταδιακά, καθώς πλησίαζαν σε μια σπηλιά επιβράδυναν και μετά τα είδα να βγαίνουν στην επιφάνεια του νερού. Η σπηλιά ήταν τεράστια.
Ενώ οι οδηγοί των μικρών σκαφών άνοιγαν τα οχήματά τους, ερχόντουσαν άλλοι που έπαιρναν βιαστικά τις πέτρινες πλάκες και εξαφανίζονταν βαθιά μέσα στο σπήλαιο. Στη συνέχεια τα μικρά πλοία απομακρύνονταν όπως είχαν έρθει. Σ’ εκείνο το σημείο ο οραματισμός μου σταμάτησε, αλλά είχα την αίσθηση ότι είχα βρεθεί εκεί. Χρειάστηκαν λίγα λεπτά για να μου φύγει το αίσθημα του άγχους που ένιωθα και συγχρόνως ο ενθουσιασμός που είχα βιώσει καθώς έβλεπα τα μικρά πλοία στο νερό. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση που οι πλάκες είχαν παραδοθεί και μπορούσα να ακούσω τις προσευχές ευχαριστίας που προσφέρονταν.
Μια σειρά πάγκων χωρίς πλάτη βρίσκονταν μπροστά από κάθε γυάλινη προθήκη. Είχα την ίδια αίσθηση όπως θα είχα και σε ένα μουσείο. Σε αυτό το σημείο συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα καν το όνομα του νέου άνδρα. Δεν μου είχε δώσει το όνομά του. Τον ρώτησα και είπε ότι θα μπορούσε να τον αποκαλώ Mikel. Ο Μικέλ μου έκανε νεύμα να τον ακολουθήσω και μπήκαμε σ’ ένα άλλο δωμάτιο. (Με την ευκαιρία, το δωμάτιο "μουσείο" και αυτό το δεύτερο δωμάτιο ήταν θα τα αποκαλούσα ως «αρκετά συνηθισμένα δωμάτια». Οι οροφές τους έφταναν περίπου 5 μέτρα ψηλά και αυτές μαζί με τους τοίχους ήταν καλυμμένες με κάποιο υλικό που φαινόταν σχεδόν μεταλλικό, εκτός από το γεγονός ότι δεν ένιωθα την ψυχρότητα που νιώθω όταν είμαι κοντά σε μέταλλο, αν αυτό έχει νόημα για σας). Τα δάπεδα ήταν πολύ απαλά, δεν έχω ιδέα με τι υλικό τα είχαν καλύψει και ήταν τόσο λαμπερά!
Αυτό το δεύτερο δωμάτιο περιείχε επτά μεγάλους, όρθιους κυλίνδρους. Πιθανώς 3.30μ. σε ύψος και 1.30μ. σε πλάτος. Και πάλι δεν ξέρω το υλικό από το οποίο είχαν κατασκευαστεί, έμοιαζε με γυαλί αλλά δεν νομίζω ότι ήταν. Οι κύλινδροι ήταν γεμάτοι από ένα υγρό που έμοιαζε να έχει ζελατινώδη συνεκτικότητα και καθένας είχε μια δέσμη φωτός που τον φώτιζε από πάνω. Η υγρή ουσία ήταν διαφορετικού χρώματος σε κάθε κύλινδρο. Τα χρώματα ταίριαζαν λίγο πολύ με τα χρώματα που έχουν οριστεί για τα επτά κύρια τσάκρας. 
Στην αίθουσα υπήρχε ένας αριθμός ατόμων (τόσο ανθρώπινοι όσο κι εγώ) που εργάζονταν γύρω από τους κυλίνδρους. Ο καθένας τοποθετούσε μικρά κομμάτια χαρτιού (τουλάχιστον με χαρτί έμοιαζαν) στους διάφορους χρωματιστούς κυλίνδρους. Κάθε χαρτί είχε κάτι γραμμένο επάνω του. Ο Μικέλ εξήγησε ότι εργάζονται για την επούλωση διαφόρων ατόμων και της Μητέρας Γης. Έγραφαν στο χαρτί το όνομα ή το μέρος που χρειαζόταν θεραπεία. Τα χαρτάκια απορροφούσαν το χρώμα του κυλίνδρου καθώς οι θεραπευτικές ενέργειες διαχέονταν πάνω τους. Όταν τα χαρτάκια αποκτούσαν την ακριβή απόχρωση του κυλίνδρου, τότε η επιγραφή που υπήρχε πάνω τους διαλυόταν.
Τους παρακολουθήσαμε για λίγο να εργάζονται και στη συνέχεια ο Μικέλ μου πρότεινε να δω από κοντά μια μελέτη του χρώματος επούλωσης. Συμφωνήσαμε ότι ίσως θα το έκανα. Καθώς φεύγαμε από το δωμάτιο θεραπείας, ο Μικέλ με κοίταξε και είπε: «Η οικογένειά σου επιστρέφει στο κάμπινγκ. Καλύτερα να φύγουμε κι εμείς».
Γυρίσαμε έτσι όπως είχαμε πάει. Όταν ήμασταν στο δάσος ξανά, ο Μικέλ είπε: «Θα συναντηθούμε και πάλι γιατί πρέπει να δεις και να θυμηθείς πολλά περισσότερα. Να είστε προσεκτικοί στην επιστροφή σας από το βουνό. Οδηγείτε αργά και θα ανακαλύψετε κάτι αγαπητό στην καρδιά σου».
Ο Μικέλ δεν επέστρεψε στο κάμπινγκ μαζί μου. Με χαιρέτησε και γύρισε στην είσοδο του βουνού...
Συνεχίζεται 


   





Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Το Ιερό Όρος Σάστα

Mt Shasta
Όσο περνάει ο καιρός και η συνειδητότητα των ανθρώπων αυξάνεται, τόσο πιο εύκολα γίνονται αποδεκτές διάφορες πνευματικές αλήθειες, οι οποίες παλαιότερα μπορεί να εθεωρούντο ως αποκυήματα της φαντασίας ή απλά "μύθοι".

Το βουνό Σάστα αποκαλείται και Μαγικό Βουνό και βρίσκεται στη βόρεια Καλιφόρνια. Ουσιαστικά είναι ο κώνος ενός ανενεργού ηφαιστείου και έχει ύψος 4.300μ. Αποτελεί μια μυστικιστική πηγή ενέργειας για τούτη τη Γη και το κέντρο μιας Πόλης Φωτός για αγγέλους, πνεύματα-οδηγούς, διαστημόπλοια και Αναληφθέντες Δασκάλους από το βασίλειο του Φωτός. 
Είναι επίσης η κατοικία των επιζώντων της αρχαίας Λεμουρίας. 

Για όσους έχουν το χάρισμα της ενόρασης, το όρος Σάστα περιβάλλεται από μια γιγαντιαία αιθερική μωβ πυραμίδα της οποίας η κορυφή εκτείνεται στο διάστημα. Εδώ είναι που φτάνει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας από το γαλαξιακό κέντρο, προτού διανεμηθεί σε άλλα όρη και στα υπόλοιπα πλέγματα του πλανήτη.

Οι διηγήσεις αναφέρουν ότι οι Λεμούριοι εγκαθίδρυσαν την μυστική αποικία για να μεταφέρουν και διατηρήσουν εκεί τις πολύτιμες, πανάρχαιες γνώσεις τους. Οι ερευνητές βεβαιώνουν ότι η πολιτεία της Καλιφόρνιας βρίσκεται σε πολύ αρχαία εδάφη. 

https:/telosgreece.wordpress.com

                                   
Στο όρος Σάστα μένουν πράγματι πολλοί από τους επιζώντες από το βύθισμα της ηπείρου τους πριν από 12.000 χρόνια. Οι Λεμούριοι αδελφοί και αδελφές μας όντως υπάρχουν. Είναι καλά και ζωντανοί στο σώμα και ζουν στην πέμπτη διάσταση που είναι ακόμη αόρατη στα μάτια μας. Η δόνηση της «επιφάνειας» διέρχεται τώρα από την τρίτη προς την πραγματικότητα της τέταρτης/πέμπτης διάστασης. Οι άλλες διαστάσεις υπάρχουν γύρω μας αλλά οι περισσότεροι που ζούμε στην επιφάνεια δεν έχουμε αναπτύξει αρκετά ακόμα τη συνειδητότητά μας για να τις αντιλαμβανόμαστε.
Η Λεμουρία ήταν μια τεράστια ήπειρος στον Ειρηνικό Ωκεανό, μεγαλύτερη από τη Βόρεια Αμερική που έφτανε μέχρι μέρη της Καλιφόρνιας, του Όρεγκον, της Νεβάδας και της Ουάσινγκτον. Μέσα σε μια νύχτα η μεγάλη τούτη ήπειρος εξαφανίστηκε στα νερά σε έναν τεράστιο κατακλυσμό. Περίπου 25.000 Λεμούριοι κατόρθωσαν να μετοικήσουν στο εσωτερικό του όρους Σάστα μαζί με τα πιο σημαντικά διοικητικά τους κέντρα.

Πριν βουλιάξει η ήπειρός τους, οι αρχαίοι Λεμούριοι είχαν πλήρη συνείδηση της μοίρας της αγαπημένης τους πατρίδας και χρησιμοποίησαν την επιδεξιότητα που είχαν στον χειρισμό της ενέργειας, των κρυστάλλων, των ήχων και των δονήσεων και έφτιαξαν μια τεράστια υπόγεια πόλη με στόχο την διατήρηση του πολιτισμού τους αλλά και των θησαυρών και των αρχείων της αρχαίας ιστορίας της Γης. Από τότε που βούλιαξε η Ατλαντίδα, χάθηκε για την ανθρωπότητα αυτό το μέρος της ιστορίας της.

Τα σύννεφα πάνω από το όρος παίρνουν κάθε τόσο σχηματισμούς φανταστικούς και μαγευτικούς. Σύννεφα με μορφή φακού (lenticular), σκιές και εκπληκτικά ηλιοβασιλέματα προσθέτουν στη μυστηριακή του αύρα, ενώ υπάρχουν πολλά ανοίγματα και πύλες προς πόλεις της πέμπτης διάστασης που συνεχίζουν να υπάρχουν από τον καιρό της Λεμουρίας.

Γεμάτο από τους μύθους και τους θρύλους, το μυστηριώδες αυτό βουνό ελκύει σήμερα χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο, από όλο τον κόσμο, για να περάσουν ένα χρονικό διάστημα στις μεγαλοπρεπείς και έντονα ενεργειακές πλαγιές του.
Η περιοχή του βρίθει από «εσωτερικά εργαστήρια», παραστάσεις και συγκεντρώσεις εσωτερικών ομάδων αλλά και από την παρουσία απλών ανθρώπων που έρχονται στο ιερό βουνό για να νιώσουν την ισχυρή του ενέργεια και για να δυναμώσουν το πνεύμα τους.
Πολλά από τα εξελιγμένα όντα παρουσιάζονται σε άτομα με ψυχικές ικανότητες, αλλά και σε «ανοιχτούς» και «θετικούς» επισκέπτες και συνομιλούν μαζί τους, διδάσκοντάς τους, αποκαλύπτοντάς τους διάφορα μυστικά ή αναθέτοντάς τους διάφορες «πνευματικές αποστολές».
Φακοειδείς σχηματισμοί 
Εδώ, στις πηγές Γουίντοου Σπρινγκς, στις νοτιοανατολικές πλευρές του Όρους, συνάντησε ο Γκάι Μπάλαρντ τον αναληφθέντα Διδάσκαλο Σεντ Ζερμαίν. Ο Γκ. Μπάλαρντ περιγράφει στο βιβλίο του «Αποκεκαλυμμένα Μυστήρια» (Unveiled Mysteries), που το έγραψε με το ψευδώνυμο Γκόντφρη Ρέι Κινγκ, τις εμπειρίες του πάνω στο όρος Σάστα, πώς εισήχθηκε στην Αδελφότητα του Όρους που αποτελεί ένα κλάδο της Μεγάλης Λευκής Αδελφότητας και πώς δημιούργησε αργότερα το Ίδρυμα του Σεντ Ζερμαίν και την ομάδα "Δραστηριότητα της Εγώ Ειμί Παρουσίας".
Στο βουνό επάνω, συχνά ακούγονται περίεργοι ήχοι ή φαίνονται περίεργα φώτα. 

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Ο θάνατος δεν έχει πόνο


Σύμφωνα με όλα όσα έχω διαβάσει και μάθει, ο θάνατος δεν πονάει. Μια αξιόπιστη πηγή με την οποία πιθανόν όλοι να είστε εξοικειωμένοι, είναι η Εμπειρία Θανάτου.
Διαβάσατε ποτέ για κάποιον που πεθαίνει στο χειρουργικό κρεβάτι, έχει μια θαυμαστή εμπειρία στα αστρικά πεδία και τελικά τον πληροφορούν ότι πρέπει να γυρίσει πίσω;
Η εμπειρία του αυτή είναι τονωτική, προσφέρει έμπνευση και μαγεία. Κανείς μέχρι τώρα από όλους όσους έχουν διηγηθεί ότι πέρασαν στην Άλλη Πλευρά δεν είπε ότι κάποια στιγμή βίωσε πόνο. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι να βγαίνουν από το σώμα τους και …τέλος… αυτό ήταν.
Αν συναντήσετε κάποια αναφορά που λέει ότι το «πέρασμα» ήταν δύσκολο, αφήστε ένα σχόλιο, σας παρακαλώ. Στο μεσοδιάστημα, μια δεύτερη αξιόπιστη πηγή είναι οι αναφορές εκείνων των ατόμων που επικοινωνούν με την άλλη πλευρά. Ας ρίξουμε μια ματιά στο πώς περιγράφουν τη μετάβαση από το φυσικό στο αστρικό πεδίο.
Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τζούλια Έιμς αναφέρει: «με μένα η αλλαγή ήταν ολότελα χωρίς πόνο».
Ο Καναδός Γκόρντον Μπέρντικ επισημαίνει: «αν γνώριζαν οι άνθρωποι ότι η ακριβής στιγμή της μετάβασης γίνεται χωρίς το άτομο να μπορεί καν να ξεχωρίσει τη διαφορά από το ένα πεδίο στο άλλο, ο φόβος του θανάτου που στοιχειώνει τόσο πολύ κόσμο, θα έπαυε να υπάρχει».
Ο Βρετανός Φρέντερικ Μάιερς, πρόεδρος της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, εμπιστεύτηκε ότι «ο θάνατος είναι ένα απλό συμβάν που αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα και καθόλου πόνο… η στιγμή εμπεριέχει την ακινησία της βύθισης στην ανάπαυση».
Το σώμα μπορεί να σφαδάζει και παρόλ’ αυτά ο κάτοχος του σώματος έχει ήδη αναχωρήσει και δεν αισθάνεται καμία σχέση με το σώμα ή τον πόνο του, λέει ο επικοινωνών ψυχικός John Scott:

«Δεν υποφέρουν οι άνθρωποι, στο πέρασμά τους στην άλλη πλευρά. Νομίζω ότι μερικές φορές οι φίλοι τους υποφέρουν περισσότερο, όταν βλέπουν το σώμα  να σφαδάζει με εμφανή αγωνία, ενώ στην πραγματικότητα το πνεύμα ήδη γεύεται την πρώτη ελευθερία από τον πόνο, ή βρίσκεται σε μια ευλογημένη μη-αίσθηση».   

Ο "Sigwart" ήταν ο πρώτος στρατιώτης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που σκοτώθηκε στη μάχη. Ένιωσε ένα στιγμιαίο πόνο και στη συνέχεια έφυγε.
«Το τελευταίο λεπτό ήταν φοβερό, αλλά μόνο για μια στιγμή και στη συνέχεια πέρασε, πράγμα που σημαίνει ότι ο ύπνος του θανάτου με απάλλαξε από τον πόνο».

Ο ψυχικός Άρθουρ Φορντ μας λέει ότι ο θάνατος είναι τόσο σύντομος που πολλοί δύσκολα θα τον παρατηρήσουν.
«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από το πέρασμα μέσω μιας ελκυστικής πόρτας. Είναι τόσο σύντομος, τόσο μεταβατικός που δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτός, γιατί είναι αυτό που βρίσκεται πέρα από την πόρτα που μετράει. Το σώμα, ας πούμε, είναι κουρασμένο και αδύναμο. Μια ορισμένη στιγμή η καρδιά σταματά, όχι απλώς επειδή ο μηχανισμός του σώματος δεν λειτουργεί, αλλά και επειδή η ψυχή γλιστρά μέσα από το άνοιγμα της πόρτας. Κάποιοι πάνε με χαρά, κάποιοι διστακτικά, αλλά όλοι ωθούμενοι από την καθολική επιθυμία για ειρήνη και ηρεμία».
Ο επίσκοπος Ρόμπερτ Μπένσον αποκαλεί «την όλη διαδικασία της μετάβασης, την οποία τρέμουν τόσο οι άνθρωποι της Γης… μια φυσική, ομαλή και χωρίς πόνο διαδικασία. Είναι τόσο φυσική όπως όταν βγάζεις τα ρούχα που δεν θέλεις πια να φοράς».
Και συνεχίζει: «Από τότε που έφτασα στα εδάφη του πνεύματος έχω μιλήσει με πολλούς φίλους και ούτε ένας από αυτούς δεν ήταν ενήμερος ότι η μαγνητική χορδή τους (ασημένια χορδή) είχε χωριστεί από το φυσικό τους σώμα. Εν προκειμένω, η ίδια η διαδικασία της διάλυσης είναι ανώδυνη. Οποιαδήποτε οδύνη και αν υπέστησαν ήταν μόνο στο φυσικό πεδίο και ήταν καθαρά σωματική.
Δηλαδή, η αιτία του φυσικού θανάτου από νόσο για παράδειγμα ή από  ατύχημα μπορεί να προκαλέσει τον πόνο και όχι τον ίδιο τον θάνατο. Εάν οι γιατροί μπορούν να ανακουφίσουν τον πόνο και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην το κάνουν, τότε η όλη πορεία της διάλυσης της χορδής θα είναι εντελώς ανώδυνη. Γιατί να πρέπει η αποκοπή της χορδής να είναι επίπονη εργασία; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο σίγουρα θα ήταν σημάδι ότι υπήρχε κάποια βλάβη στο ουράνιο σχέδιο των πραγμάτων. Αλλά δεν υπάρχει καμία βλάβη και ο «θάνατος» είναι ανώδυνος».

Τέλος, ο Τζόυ Σνελ, που ήταν διορατικός, περιγράφει μια γυναίκα καθώς εγκαταλείπει το σώμα της: 
 "Η γυναίκα σηκώθηκε σαν ουσία χωρίς σχήμα και στη συνέχεια σχημάτισε το σώμα της, ενώ άλλοι απλά ξέρω ότι βγαίνουν από το σώμα τους:
Ήταν ο πρώτος θάνατος που είχα δει. Αμέσως μετά που η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά, είδα ευδιάκριτα κάτι που έμοιαζε με καπνό - ή σαν τον ατμό που βγαίνει από μια κατσαρόλα στην οποία βράζει νερό - να ανεβαίνει από το σώμα της. Αυτή η εκπόρευση υψώθηκε για λίγο και στη συνέχεια πήρε τη μορφή της φίλης μου που μόλις είχε πεθάνει. Αυτή η μορφή, σκιώδης σε πρώτη φάση, σταδιακά άλλαξε μέχρι που έγινε ξεκάθαρη και ντυμένη με μια περλέ λευκή σαν σύννεφο ρόμπα, κάτω από την οποία τα περιγράμματα του σχήματος του σώματος ήταν ευδιάκριτα. Το πρόσωπο ήταν της φίλης μου, αλλά ένδοξο χωρίς ίχνος από τον πόνο που ένιωθε λίγο πριν πεθάνει".

Έτσι, η πεποίθηση ότι ο θάνατος είναι επώδυνος είναι παρόμοια με την πεποίθηση ότι γεννιόμαστε μέσα στην αμαρτία… και απλά ζούμε μια ζωή γεμάτη πεποιθήσεις που έχουν δημιουργηθεί για να μας ελέγξουν, να κρατούν τις σκέψεις μας δεμένες με τη Γη - να το πω έτσι και να μας εμποδίζουν να αντιληφθούμε τα πεδία δράσης της ζωής μας - ότι είμαστε τώρα και πάντα αιώνια όντα που εισέρχονται και εξέρχονται στο υλικό πεδίο στο μεγάλο ταξίδι μας πίσω, προς τη Μία και Μοναδική Πηγή.